κερχανατζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερχανατζής κερχανατζήδες
γενική κερχανατζή κερχανατζήδων
αιτιατική κερχανατζή κερχανατζήδες
κλητική κερχανατζή κερχανατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερχανατζής < κερχανάς + -τζής < τουρκική kerhane < περσική كارخانه (εργαστήριο· μεταφορικώς "πορνείο")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερχανατζής αρσενικό

  1. (αργκό) ιδιοκτήτης ή υπεύθυνος οίκου ανοχής
  2. (αργκό) ο προαγωγός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: ο πορνοβοσκός, ο μαστροπός
  3. (αργκό) θαμώνας των πορνείων,
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος αχρείος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]