μαστροπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαστροπός οι μαστροποί
      γενική του μαστροπού των μαστροπών
    αιτιατική τον μαστροπό τους μαστροπούς
     κλητική μαστροπέ μαστροποί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστροπός < αρχαία ελληνική μαστροπός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστροπός αρσενικό ή θηλυκό

  1. προαγωγός στην πορνεία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη συχνά γράφεται λανθασμένα με ω: μαστρωπός

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστροπός < ίσως από το μαστρός < μαίομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστροπός αρσενικό ή θηλυκό