νταβατζής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νταβατζής οι νταβατζήδες
      γενική του νταβατζή των νταβατζήδων
    αιτιατική τον νταβατζή τους νταβατζήδες
     κλητική νταβατζή νταβατζήδες
όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νταβατζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική davacı (συνήγορος, υπερασπιστής) < dava (δίκη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νταβατζής αρσενικό και νταβάς, ντάβα

  1. αυτός που διευθύνει έναν οίκο ανοχής
  2. ο προστάτης και εκμεταλλευτής ιεροδούλων
  3. ο αγαπητικός ιεροδούλων
  4. ο προαγωγός, ο μαστροπός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]