κατεργάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική κατεργάρης κατεργάρα κατεργάρικο
γενική κατεργάρη κατεργάρας κατεργάρικου
αιτιατική κατεργάρη κατεργάρα κατεργάρικο
κλητική κατεργάρη κατεργάρα κατεργάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατεργάρηδες κατεργάρες κατεργάρικα
γενική κατεργάρηδων (κατεργάρων) κατεργάρικων
αιτιατική κατεργάρηδες κατεργάρες κατεργάρικα
κλητική κατεργάρηδες κατεργάρες κατεργάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατεργάρης < μεσαιωνικό ουσιαστικό για τους καταδίκους που ως καταναγκαστικό έργο εκτελουσαν κωπηλασία σε μεγάλα πλοία) < κάτεργον (το μεγάλο πλοίο, η γαλέρα) < από την ελληνιστική κάτεργος (επεξεργασμένος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.tɛɾ.ˈɣa.ɾis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κατεργάρης -α -ικο (πληθ. και κατεργαραίοι)

  • πανούργος, έξυπνος
  • κατεργάρα γυναίκα, κατεργάρικο αγόρι
  • πονηρός, παμπόνηρος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάθε κατεργάρης στον πάγκο του (: ο καθένας στη δυσάρεστη θέση που του ανήκει, από τη μεσαιωνική συνήθεια οι κατάδικοι να τραβούν κουπί υποχρεωτικά στις γαλέρες και να καλούνται να κάτσουν στους πάγκους τους για να πιάσουν "δουλειά")

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατεργάρης, κατεργάρα

  1. ο πονηρός άνθρωπος, που κάνει σκανδαλιές
    Ο Κώστας είναι μεγάλος κατεργάρης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.tɛɾ.ˈɣa.ɾis/


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]