μηνυτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηνυτής μηνυτές
γενική μηνυτή μηνυτών
αιτιατική μηνυτή μηνυτές
κλητική μηνυτή μηνυτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηνυτής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηνυτής αρσενικό(θηλυκό μηνύτρια)

  1. εκείνος ο οποίος υποβάλλει μήνυση εναντίον κάποιου άλλου, ο ενάγων.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]