κερχανάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερχανάς κερχανάδες
γενική κερχανά κερχανάδων
αιτιατική κερχανά κερχανάδες
κλητική κερχανά κερχανάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερχανάς < τουρκική kerhane < περσική كارخانه (kārxāna, "εργοστάσιο") από كار kār, "εργασία" + خانه xāna "οίκος", "κατοικία"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερχανάς αρσενικό

  1. (παρωχημένο) εργαστήριο, κατάστημα
  2. (παρωχημένο) (αργκό) οίκος ανοχής, πορνείο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]