καραφλιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραφλιάζω < από το επίθετο καραφλός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καραφλιάζω

  1. αποκτώ φαλάκρα
    Πάχυνε, καράφλιασε, έγινε αγνώριστος.
  2. (αργκό) εκπλήσσομαι από κάτι που θεωρώ παράλογο, ασυνάρτητο, εξωφρενικό.
    Καράφλιασα, σου λέω. Με τρέλανε στο μπαλαμούτι.
  3. (αργκό) προκαλώ σε κάποιον έκπληξη με κάτι παράλογο κλπ.
    Τι ήταν αυτό που είπες! Μας καράφλιασες.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]