φαλάκρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαλάκρα φαλάκρες
γενική φαλάκρας (φαλακρών)
αιτιατική φαλάκρα φαλάκρες
κλητική φαλάκρα φαλάκρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλάκρα < φαλακρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαλάκρα θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία τα μαλλιά του τριχωτού της κεφαλής πέφτουν χωρίς να αναπληρώνονται (ανδρογενής αλωπεκία)
    δεν έχει ανακαλυφθεί φάρμακο κατά της φαλάκρας
  2. το μέρος της κεφαλής που έμεινε φαλακρό
    του χάιδεψε τη φαλάκρα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]