δυσκοίλιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσκοίλιος < ελληνιστική κοινή < δυσ- + κοιλία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσκοίλιος, -α, -ο

  1. που έχει δυσκολία στην κένωση των εντέρων, που πάσχει από δυσκοιλιότητα
  2. (για τροφή) που προκαλεί δυσκοιλιότητα
  3. (αργκό): ο κακοπληρωτής (στη γλώσσα των κακοποιών)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]