αράπης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αράπης αράπηδες
γενική αράπη αράπηδων
αιτιατική αράπη αράπηδες
κλητική αράπη αράπηδες
μειωτικό στον πληθυντικό: αραπάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αράπης < τουρκική Arap, βλέπε και Άραβας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αράπης αρσενικό, αραπίνα θηλυκό, αραπάκι ουδέτερο, πληθυντικός αράπηδες ή αραπάδες

  1. ο άνδρας μαύρης φυλής, ο Τουρκο-Αιγύπτιος το 1821,
  2. (παρωχημένο) (εκ του Άραψ) ο Άραβας
  3. ο κατάμαυρος ένεκα ρυπαρής εργασίας, ή ο πολύ μαυρισμένος (πχ από έκθεση στον ήλιο)
  4. (λαογραφία) στη λαϊκή παράδοση αναφέρεται και νυκτερινό στοιχειό, να συμπορεύεται εμπρός ή πίσω ή να στέκεται αντίκρυ, εκ πλάνης της σκιάς, ένεκα φόβου.
  5. (αργκό) ο θάλαμος απομόνωσης, το πειθαρχείο των φυλακών (στη γλώσσα των κακοποιών)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς: μην προσπαθείς να διορθώσεις κάποιον που από φυσικού του είναι έτσι, διότι ματαιοπονείς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]