Άραβας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: άραβας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Άραβας οι Άραβες
      γενική του Άραβα των Αράβων
    αιτιατική τον Άραβα τους Άραβες
     κλητική Άραβα Άραβες
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Άραβας < ελληνιστική κοινή Ἄραψ < αραβική عرب (ʿarab) < ρίζα ع ر ب (ʿ-r-b)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Άραβας αρσενικό (θηλυκό: Αραβίδα & Αράβισσα) (εθνικά ονόματα)

  1. αυτός που ανήκει στην φυλή των Αράβων
  2. αυτός που κατάγεται από μία αραβική χώρα
  3. αυτός που γεννήθηκε ή ζει στην Αραβία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]