μαυρισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαυρισμένος μαυρισμένη μαυρισμένο
γενική μαυρισμένου μαυρισμένης μαυρισμένου
αιτιατική μαυρισμένο μαυρισμένη μαυρισμένο
κλητική μαυρισμένε μαυρισμένη μαυρισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαυρισμένοι μαυρισμένες μαυρισμένα
γενική μαυρισμένων μαυρισμένων μαυρισμένων
αιτιατική μαυρισμένους μαυρισμένες μαυρισμένα
κλητική μαυρισμένοι μαυρισμένες μαυρισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαυρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαυρίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

μαυρισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: μαυρίζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]