εξάτμιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξάτμιση εξατμίσεις
γενική εξάτμισης
& εξατμίσεως
εξατμίσεων
αιτιατική εξάτμιση εξατμίσεις
κλητική εξάτμιση εξατμίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εξάτμιση < ελληνιστική κοινή ἐξάτμισις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εξάτμιση θηλυκό

  1. (φυσική) το φυσικό φαινόμενο της εξαέρωσης κατά το οποίο μετατρέπεται σε αέριο μόνο η επιφάνεια του υγρού
  2. απαγωγό εξάρτημα κινητήρα εσωτερικής καύσης από το οποίο αποβάλλονται τα αέρια υπόλοιπα της καύσης
  3. (αργκό): ο βαρύς αναστεναγμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]