εξάτμιση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εξάτμιση | οι | εξατμίσεις |
| γενική | της | εξάτμισης* | των | εξατμίσεων |
| αιτιατική | την | εξάτμιση | τις | εξατμίσεις |
| κλητική | εξάτμιση | εξατμίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εξατμίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εξάτμιση < (ελληνιστική κοινή)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εξάτμιση θηλυκό
- (φυσική) το φυσικό φαινόμενο της εξαέρωσης κατά το οποίο μετατρέπεται σε αέριο μόνο η επιφάνεια του υγρού
- ※ Η ακριβώς αντίστροφη αλλαγή από την αέρια στην υγρή φάση, καλείται υγροποίηση και αποδίδει την ίδια λανθάνουσα θερμότητα που απορροφήθηκε κατά την εξαέρωση ή εξάτμιση (Ν. Παλικαράκης, Γ. Νικηφορίδης, Φυσική με εφαρμογές στις επιστήμες υγείας, τομ. 3, Πανεπιστήμιο Πατρών, 1986, σελ. 122)
- απαγωγό εξάρτημα κινητήρα εσωτερικής καύσης από το οποίο αποβάλλονται τα αέρια υπόλοιπα της καύσης
- ※ Περπάτησε βιαστική ως τη διεύθυνση που της έδωσε ο Λουκάς, ανάμεσα σε θορύβους και πρωινές εξατμίσεις του κέντρου, μηχανάκια, πεζοδρόμια φαγωμένα και αλεσμένα στην καθημερινή πολυάσχολη κίνηση μιας εργάσιμης μέρας (Σοφία Γιαννάτου, Καΐκια στην άσφαλτο, εκδ. Νεφέλη, 2007, σελ. 311)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
εξάτμιση στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μορφή εξαέρωσης