γλωσσικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γλωσσικός < γλώσσα
Επίθετο
[επεξεργασία]γλωσσικός
- ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο
- ※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
- Σύνοψη του βιβλίου Από το λαϊκό ανάγνωσμα στην εθνική φιλολογία του Αλέξανδρου Κατσίγιαννη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025
- ※ Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
- ο σχετικός με το όργανο της γλώσσας