Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλωσσικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλωσσικός η γλωσσική το γλωσσικό
      γενική του γλωσσικού της γλωσσικής του γλωσσικού
    αιτιατική τον γλωσσικό τη γλωσσική το γλωσσικό
     κλητική γλωσσικέ γλωσσική γλωσσικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλωσσικοί οι γλωσσικές τα γλωσσικά
      γενική των γλωσσικών των γλωσσικών των γλωσσικών
    αιτιατική τους γλωσσικούς τις γλωσσικές τα γλωσσικά
     κλητική γλωσσικοί γλωσσικές γλωσσικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλωσσικός < γλώσσα

Επίθετο

[επεξεργασία]

γλωσσικός

  1. ο σχετικός με την γραπτή και προφορική επικοινωνία, με το λόγο
      Εξετάζει επίσης τα ιστορικά συμφραζόμενα της πρόσληψης αυτών των αναγνωσμάτων, αναδεικνύοντας τους ανταγωνισμούς των διαφορετικών πολιτισμικών και διανοητικών παραδόσεων (επτανησιακή και φαναριώτικη παράδοση, κοραϊκή σκέψη), τους διαξιφισμούς για το γλωσσικό ζήτημα, τη ρευστότητα του λογοτεχνικού κανόνα αλλά και τον ρόλο του Κρητικού Ζητήματος στον καιρό της Μεγάλης Ιδέας.
    Σύνοψη του βιβλίου Από το λαϊκό ανάγνωσμα στην εθνική φιλολογία του Αλέξανδρου Κατσίγιαννη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025
  2. ο σχετικός με το όργανο της γλώσσας

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]