συμπαθητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική συμπαθητικός συμπαθητική συμπαθητικό
γενική συμπαθητικού συμπαθητικής συμπαθητικού
αιτιατική συμπαθητικό συμπαθητική συμπαθητικό
κλητική συμπαθητικέ συμπαθητική συμπαθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμπαθητικοί συμπαθητικές συμπαθητικά
γενική συμπαθητικών συμπαθητικών συμπαθητικών
αιτιατική συμπαθητικούς συμπαθητικές συμπαθητικά
κλητική συμπαθητικοί συμπαθητικές συμπαθητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπαθητικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συμπαθητικός, -ή, -ό

  1. για πρόσωπο προς το οποίο δείχνουμε συμπάθεια, διότι κάποια χαρακτηριστικά του μας αρέσουν ή τα εκτιμούμε, συμπαθής
    δεν τον ξέρω καλά, αλλά μου φαίνεται συμπαθητικός άνθρωπος
  2. για κάτι που μας αρέσει, αλλά όχι υπερβολικά, καλούτσικος
    είδα μια συμπαθητική ταινία χτες
  3. (ανατομία) σχετικός με το αυτόνομο νευρικό σύστημα
    συμπαθητικό νευρικό σύστημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]