Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποβρύχιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποβρύχιο τα υποβρύχια
      γενική του υποβρυχίου
& υποβρύχιου
των υποβρυχίων
    αιτιατική το υποβρύχιο τα υποβρύχια
     κλητική υποβρύχιο υποβρύχια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
(1) Υποβρύχιο σκάφος U 52 (μεταξύ 1930-1950
(2) Σερβίρισμα βανίλιας ως «υποβρύχιο»

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποβρύχιο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποβρύχιος < αρχαία ελληνική ὑποβρύχιος < ὑπό + βρύχιος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υποβρύχιο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) μέσο υποθαλάσσιας μεταφοράς, πολεμικό σκάφος
    ※  Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
  2. (γλυκό) γλυκό βανίλια ή μαστίχα, που σερβίρεται σε κουτάλι βυθισμένο στο νερό, σε ψηλό ποτήρι
    ※  Παιδικά και άλλα καλοκαίρια συνδεδεμένα με υποβρύχιο, όχι ψάρεμα, γλυκό του κουταλιού με άρωμα βανίλια, βυθισμένο σε γυάλινο ποτήρι γεμάτο παγωμένο νερό (Κική Τριανταφύλλη 22/8/2016, Protagon.gr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

υποβρύχιο ουδέτερο

  1. (αρσενικό) αιτιατική ενικού του υποβρύχιος
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του υποβρύχιος