διάτορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: διάτονος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διάτορος διάτορη διάτορο
γενική διάτορου διάτορης διάτορου
αιτιατική διάτορο διάτορη διάτορο
κλητική διάτορε διάτορη διάτορο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διάτοροι διάτορες διάτορα
γενική διάτορων διάτορων διάτορων
αιτιατική διάτορους διάτορες διάτορα
κλητική διάτοροι διάτορες διάτορα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάτορος < αρχαία ελληνική διάτορος < διά + τείρω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈa.tɔ.ɾɔs/ και /ˈðʝa.tɔ.ɾɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

διάτορος, -η/-ος, -ο

  • (λόγιο) διαπεραστικός, οξύς, έντονος
    Δύο φωναὶ ἀνδρικαί, ἡ μία βραχνή, ἐπίρρινος καὶ ὀργίλη, ἡ ἄλλη μελιχρὰ καὶ καταπραϋντική, ἠκούοντο συνεχῶς ἐναλλάσσουσαι· ἀλλ᾽ ἀμφοτέρων ἐδέσποζεν ὀξεῖα καὶ διάτορος φωνή, φωνὴ γυναικὸς νευροπαθοῦς, διαμαρτυρομένης, μὲ γοερὰς καὶ ἀπειλητικὰς κραυγάς, ἃς ἀκούων τις εὐλόγως ὑπέθετεν ὅτι μεγάλη συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οἱ Χαλασοχώρηδες, 1892)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]