τείρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τείρω < από τη ρίζα ΤΕΡ που βρίσκεται στο τρύω και παράγει τις λέξεις τέρις, τρίβω και ίσως τραύμα, τιτρώσκω, τορός, τρυπάω

Ρήμα[επεξεργασία]

τείρω

  1. τρίβω
  2. τρυπώ
  3. ταλαιπωρώ, βασανίζω, κατατρέχω
  4. θλίβω