εὔβουλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εύβουλος, Εὔβουλος, Εύβουλος
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / εὔβουλος τὸ εὔβουλον
      γενική τοῦ/τῆς εὐβούλου τοῦ εὐβούλου
      δοτική τῷ/τῇ εὐβούλ τῷ εὐβούλ
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔβουλον τὸ εὔβουλον
     κλητική ! εὔβουλε εὔβουλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὔβουλοι τὰ εὔβουλ
      γενική τῶν εὐβούλων τῶν εὐβούλων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐβούλοις τοῖς εὐβούλοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐβούλους τὰ εὔβουλ
     κλητική ! εὔβουλοι εὔβουλ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐβούλω τὼ εὐβούλω
      γεν-δοτ τοῖν εὐβούλοιν τοῖν εὐβούλοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εὔβουλος < (εὖ) εὐ- + βουλ(ή) + -ος

Επίθετο

[επεξεργασία]

εὔβουλος, -ος, -ον, συγκριτικός:εὐβουλότερος, υπερθετικός: εὐβουλότατος

  • συνετός
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 1, 84.3
    πολεμικοί τε καὶ εὔβουλοι διὰ τὸ εὔκοσμον γιγνόμεθα, τὸ μὲν ὅτι αἰδὼς σωφροσύνης πλεῖστον μετέχει, αἰσχύνης δὲ εὐψυχία, εὔβουλοι δὲ ἀμαθέστερον τῶν νόμων τῆς ὑπεροψίας παιδευόμενοι καὶ ξὺν χαλεπότητι σωφρονέστερον ἢ ὥστε αὐτῶν ἀνηκουστεῖν, καὶ μὴ τὰ ἀχρεῖα ξυνετοὶ ἄγαν ὄντες τὰς τῶν πολεμίων παρασκευὰς λόγῳ καλῶς μεμφόμενοι ἀνομοίως ἔργῳ ἐπεξιέναι, νομίζειν δὲ τάς τε διανοίας τῶν πέλας παραπλησίους εἶναι καὶ τὰς προσπιπτούσας τύχας οὐ λόγῳ διαιρετάς.
    • Στην ευνομία μας χρωστούμε και την πολεμική μας αρετή και την πολιτική μας σωφροσύνη, και τούτο επειδή το αίσθημα της τιμής συνδέεται στενά με την σωφροσύνη και η γενναιότητα με το αίσθημα της ντροπής. Έχομε ευνομία επειδή η ανατροφή μας δεν είναι εκλεπτυσμένη ώστε να μας οδηγεί στο να περιφρονούμε τους νόμους. Είναι όσο χρειάζεται σκληρή για να μας κάνει να τους σεβόμαστε. Δεν είμαστε από εκείνους που επιδίδονται σε περιττά πράγματα και κρίνουν με παχιά μόνο λόγια τις πολεμικές προετοιμασίες του εχθρού, αλλά υστερούν πολύ τη στιγμή της δράσης, Πιστεύομε, αντίθετα, πως οι άλλοι είναι εξίσου προνοητικοί όσο και εμείς και ότι τις τροπές της τύχης δεν μπορεί κανείς να τις προβλέψει με την λογική.
      Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
    • Η νηφαλιότης, εξ άλλου, μας καθιστά γενναίους εις τον πόλεμον και συνετούς εις τα συμβούλια. Γενναίους μεν, διότι εκ της νηφαλιότητος αποῤῥέει η σύνεσις και εκ ταύτης πάλιν η ευψυχία, Συνετούς δε, καθόσον ανατρεφόμεθα αφ' ενός μεν όχι τόσον τελείως, ώστε να περιφρονούμεν τους νόμους, αφ' ετέρου δε με τόσον αυστηράν πειθαρχίαν, ώστε να μη παρακούωμεν αυτούς. Η ανατροφή μας δεν μας μεταδίδει αφθονίαν ανωφελών γνώσεων, ώστε να επικρίνωμεν μεν δι' ωραίων λόγων τας παρασκευάς των εχθρών, να είμεθα όμως ανίκανοι να συμμορφώνωμεν τα έργα προς τους λόγους μας. Τουναντίον πιστεύομεν ότι οι άλλοι είναι εξ ίσου με ημάς προνοητικοί και ότι το στοιχείον της τύχης δεν ημπορεί να καθορισθή διά λόγων.
      Μετάφραση: Ελευθέριος Βενιζέλος στη Βικιθήκη
    ※  4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 6, 1141b
    ὁ δ᾽ ἁπλῶς εὔβουλος ὁ τοῦ ἀρίστου ἀνθρώπῳ τῶν πρακτῶν στοχαστικὸς κατὰ τὸν λογισμόν. οὐδ᾽ ἐστὶν ἡ φρόνησις τῶν καθόλου μόνον, ἀλλὰ δεῖ καὶ τὰ καθ᾽ ἕκαστα γνωρίζειν·
    «Άνθρωπος που σκέφτεται σωστά» είναι γενικά αυτός που, με οδηγό του τους κανόνες της λογικής, βάζει ως στόχο του το καλύτερο για τον άνθρωπο από όσα μπορούν να επιτευχθούν με τις πράξεις. Η φρόνηση, επίσης, δεν έχει ως αντικείμενό της μόνο το γενικό/καθολικό· πρέπει να γνωρίζει και τα επιμέρους,
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greek‑language.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]