δυσώνυμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσώνυμος δυσώνυμη δυσώνυμο
γενική δυσώνυμου δυσώνυμης δυσώνυμου
αιτιατική δυσώνυμο δυσώνυμη δυσώνυμο
κλητική δυσώνυμε δυσώνυμη δυσώνυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσώνυμοι δυσώνυμες δυσώνυμα
γενική δυσώνυμων δυσώνυμων δυσώνυμων
αιτιατική δυσώνυμους δυσώνυμες δυσώνυμα
κλητική δυσώνυμοι δυσώνυμες δυσώνυμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσώνυμος < ελληνιστική κοινή δυσώνυμος < αρχαία ελληνική κακός + ὄνομα

Επίθετο[επεξεργασία]

δυσώνυμος, -η, -ο

  • (λόγιο) που έχει κακό όνομα, κακή φήμη
    ※ Γιατί θεωρεί πως το οικογενειακό όνομα είναι δυσώνυμο και κακώνυμο. Προσφεύγει, συνεπώς, δικαιολογημένα, όχι σε ψευδώνυμο, αλλά σε αλλαγή ή τροποποίηση του οικογενειακού ονόματος (Δεκαοχτώ χρόνια με άλλο όνομα: η ανάμνηση στο στίβο των λαϊκών αγώνων και δεκαεξήμιση πολιτικός κρατούμενος, Νίκος Γουργιώτης, Τυπόθετο, 2000)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]