Μετάβαση στο περιεχόμενο

προμηνύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
προμηνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προμηνύω (προλέγω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾo.miˈni.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προμηνύω

προμηνύω, αόρ.: προμήνυσα, παθ.φωνή: προμηνύομαι, π.αόρ.: (προμηνύθηκε)

  1. προαναγγέλλω, φανερώνω ενδείξεις ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, προοιωνίζομαι
      Η ορνιθοπαρατήρηση ήταν συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων. Η συµπεριφορά των πουλιών προμήνυε κάποια σημάδια για το μέλλον (οιωνοί). Πέραν της Ελλάδας, η Βρετανία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ιταλία & η Γαλλία διαθέτουν από τις πιο αναπτυγμένες αγορές ορνιθοτουρισµού. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δεύτερο πιο διαδεδομένο χόμπι των Αµερικανών & των Ευρωπαίων είναι η ορνιθοπαρατήρηση.
    Ζιάκα Βασιλική, Μακροοικονομικοί δείκτες, μάκρομαρκετινγκ και τουρισμός, (Master's thesis), Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Σχολή Οικονομικών, Επιχειρηματικών και Διεθνών Σπουδών, Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πειραιάς 2015, @dione.lib.unipi.gr
  2. (σε γ' πρόσωπα) προμηνύεται, προμηνύονται φαίνεται, αναμένεται ότι κάτι θα συμβεί
    προμηνύεται καταιγίδα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Η παθητική φωνή, συνήθως στον ενεστώτα και παρατατικό[1]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ιορδανίδου, Άννα (1998, 8η έκδ.). Τα ρήματα της νέας ελληνικής. Αθήνα: Πατάκης (©1991, 1η έκδοση:1992).