διάδοχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διάδοχος διάδοχη διάδοχο
γενική διάδοχου διάδοχης διάδοχου
αιτιατική διάδοχο διάδοχη διάδοχο
κλητική διάδοχε διάδοχη διάδοχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διάδοχοι διάδοχες διάδοχα
γενική διάδοχων διάδοχων διάδοχων
αιτιατική διάδοχους διάδοχες διάδοχα
κλητική διάδοχοι διάδοχες διάδοχα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδοχος < διαδέχομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðia.ðɔ.xɔs/


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διάδοχος, -η, -ο

  1. που διαδέχεται, παίρνει τη θέση του προηγουμένου του
    διάδοχη κατάσταση, διάδοχο σχήμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάδοχος διάδοχοι
γενική διαδόχου διαδόχων
αιτιατική διάδοχο διαδόχους
κλητική διάδοχε διάδοχοι

διάδοχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο επόμενος σε μια σειρά διαδοχής, αυτός που αναμένεται να διαδεχτεί ή έχει διαδεχτεί
    ο διάδοχος του θρόνου
    ο παραιτηθείς υπουργός παρέδωσε το υπουργείο στο διάδοχό του
  2. (οικείο) ο πρωτότοκος γιος
    τι χαζομπαμπάς! όλο με το διάδοχο ασχολείται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάδοχος < διαδέχομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διάδοχος

  1. αυτός που διαδέχεται κάποιον