διαδέχομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαδέχομαι < αρχαία ελληνική διαδέχομαι < διά + δέχομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαδέχομαι

  1. αναλαμβάνω το αξίωμα που πριν κατείχε κάποιος άλλος
    μετά τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α΄ τον διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιος του Κωνσταντίνος
  2. παίρνω τη θέση αυτού που πριν κατείχε κάτι άλλο ή κάποιος άλλος
    οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη χωρίς να φέρνουν τίποτα καινούριο στη ζωή του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ακολουθώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαδέχομαι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαδέχομαι

  1. παίρνω κάτι που είχε πριν άλλος
  2. (με δοτική) διαδέχομαι (κάποιον)
  3. κληρονομώ
  4. ανακουφίζω και ανακουφίζομαι ταυτόχρονα