Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔξηβος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὁ/ἡ ἔξηβος τὸ ἔξηβον
      γενική τοῦ/τῆς ἐξήβου τοῦ ἐξήβου
      δοτική τῷ/τῇ ἐξήβῳ τῷ ἐξήβῳ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἔξηβον τὸ ἔξηβον
     κλητική ὦ! ἔξηβε ἔξηβον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἔξηβοι τὰ ἔξηβᾰ
      γενική τῶν ἐξήβων τῶν ἐξήβων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐξήβοις τοῖς ἐξήβοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐξήβους τὰ ἔξηβᾰ
     κλητική ὦ! ἔξηβοι ἔξηβᾰ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐξήβω τὼ ἐξήβω
      γεν-δοτ τοῖν ἐξήβοιν τοῖν ἐξήβοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔξηβος < ἐκ + ἥβη

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἔξηβος, -ος, -ον