Μετάβαση στο περιεχόμενο

olmak

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

olmak (tr)

  1. είμαι
  2. γίνομαι, απογίνομαι, καθίσταμαι
  3. γίνομαι
    Ne oldu? - Τι έγινε; (τι νέα; πώς είσαι;)