Μετάβαση στο περιεχόμενο

provoke

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας provoke
γ΄ ενικό ενεστώτα provokes
αόριστος provoked
παθητική μετοχή provoked
ενεργητική μετοχή provoking

provoke (en)

  1. (μεταβατικό) προκαλώ μια συγκεκριμένη αντίδραση ή έχω ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα
    παράδειγμα  The arrests of the strikes provoked unrest.
    Οι συλλήψεις απεργών προκάλεσαν ταραχές.
    παράδειγμα  The article was intended to provoke discussion.
    Το άρθρο είχε σκοπό να προκαλέσει συζήτηση.
     συνώνυμα: prompt
  2. (μεταβατικό) προκαλώ, ερεθίζω, εξαγριώνω, εξεγείρω, λέω ή κάνω κάτι που ξέρω ότι θα ενοχλήσει κάποιον, ώστε να αντιδράσει με θυμό
    παράδειγμα  Don’t provoke me, because I will hit you.
    Μη με προκαλείς, γιατί θα σε χτυπήσω.
    παράδειγμα  The color red provokes a bull.
    Το κόκκινο χρώμα ερεθίζει τον ταύρο.
    παράδειγμα  Be careful what you say—he's easily provoked.
    Πρόσεχε τι λες—εύκολα εξαγριώνεται.
    παράδειγμα  His behavior provokes me.
    Με εξεγείρει η συμπεριφορά του.