provoke
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | provoke |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | provokes |
| αόριστος | provoked |
| παθητική μετοχή | provoked |
| ενεργητική μετοχή | provoking |
Ρήμα
[επεξεργασία]provoke (en)
- (μεταβατικό) προκαλώ μια συγκεκριμένη αντίδραση ή έχω ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα
- (μεταβατικό) προκαλώ, ερεθίζω, εξαγριώνω, εξεγείρω, λέω ή κάνω κάτι που ξέρω ότι θα ενοχλήσει κάποιον, ώστε να αντιδράσει με θυμό
Don’t provoke me, because I will hit you.
- Μη με προκαλείς, γιατί θα σε χτυπήσω.
The color red provokes a bull.
- Το κόκκινο χρώμα ερεθίζει τον ταύρο.
Be careful what you say—he's easily provoked.
- Πρόσεχε τι λες—εύκολα εξαγριώνεται.
His behavior provokes me.
- Με εξεγείρει η συμπεριφορά του.