στρέψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: στέψη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στρέψη οι στρέψεις
      γενική της στρέψης
στρέψεως*
των στρέψεων
    αιτιατική τη στρέψη τις στρέψεις
     κλητική στρέψη στρέψεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρέψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρέψις > *στρέπ--σις[1] + -ση< στρέφω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈstɾe.psi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρέ‐ψη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρέψη θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στρέφω
     συνώνυμα: στροφή, περιστροφή
  2. (φυσική) η ροπή που ασκείται σ’ ένα σώμα και τείνει να το περιστρέψει γύρω από τον άξονά του καθώς και (κατ’ επέκταση) η ενδεχόμενη παραμόρφωση ή καταπόνηση που εμφανίζεται στο σώμα εξαιτίας δύο αντίθετων δυνάμεων που ασκούνται σ’ αυτό παράλληλα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. {{Π:Μπαμπινιώτης 2010|στρέφω
  2. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. 
  3. «στρέψη» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.