μεταστρέφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταστρέφω < μετά + στρέφω

Ρήμα[επεξεργασία]

μεταστρέφω

  • αλλάζω τη γνώμη κάποιου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]