αποστρέφω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀποστρέφω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποστρέφω < αρχαία ελληνική ἀποστρέφω < ἀπό + στρέφω

Ρήμα[επεξεργασία]

αποστρέφω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]