στρεψόδικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στρεψόδικος στρεψόδικη στρεψόδικο
γενική στρεψόδικου στρεψόδικης στρεψόδικου
αιτιατική στρεψόδικο στρεψόδικη στρεψόδικο
κλητική στρεψόδικε στρεψόδικη στρεψόδικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στρεψόδικοι στρεψόδικες στρεψόδικα
γενική στρεψόδικων στρεψόδικων στρεψόδικων
αιτιατική στρεψόδικους στρεψόδικες στρεψόδικα
κλητική στρεψόδικοι στρεψόδικες στρεψόδικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρεψόδικος < στρεψοδικώ < στρέφω + δίκη

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

στρεψόδικος -η -ο

  1. που στρεψοδικεί, που διαστρέφει την αλήθεια και χρησιμοποιεί παραπλανητικά επιχειρήματα (και ως ουσιαστικό)
  2. παραπλανητικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]