Μετάβαση στο περιεχόμενο

complex

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kəmˈplɛks/

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός complex
συγκριτικός more complex
υπερθετικός most complex

complex (en)

  1. περίπλοκος, πολύπλοκος, σύνθετος
    παράδειγμα  a complex situation - περίπλοκη κατάσταση
    παράδειγμα  a complex case - πολύπλοκη υπόθεση
    παράδειγμα  The recovery of the Greek economy is a complex matter.
    Η ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας είναι ένα σύνθετο πρόβλημα.
     συνώνυμα:  complicated, convoluted και involved
  2. μιγαδικός

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈkɑmplɛks/ (στις ΗΠΑ), /ˈkɒmplɛks/ (στο Ηνωμένο Βασίλειο)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
complex complexes

complex (en)