Μετάβαση στο περιεχόμενο

complicated

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός complicated
συγκριτικός more complicated
υπερθετικός most complicated

complicated (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

complicated (en)