Μετάβαση στο περιεχόμενο

moře

Από Βικιλεξικό

Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

moře < πρωτοσλαβική more ή móri (δείτε επίσης morze, море)

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

moře (cs) ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]