παραθαλάσσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραθαλάσσιος < αρχαία ελληνική

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθαλάσσιος

  1. που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα
    έχτισαν εξοχικό σε παραθαλάσσια περιοχή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθαλάσσιος, -α/ος, -ον

  • που βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα
τῆς Ἱστιαιώτιδος τὰς παραθαλασσίας χώρας πάσας ἐπέδραμον (Ηρόδοτος, Η 23)