Μετάβαση στο περιεχόμενο

θάλαθθα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θάλαθθα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  • κρητικός τύπος του θάλασσα
      2ος πκε αιώνας, Επιγραφή από την Γόρτυνα Κρήτης, IC IV 186, στίχος 9 (7-10) @epigraphy.packhum.org
    κ’ αἴ τίς κα πολεμῇ τοῖς Γορτυνίοις,
    ἢ φρώριον ἢ λιμένας καταλαμβάνῃ ἢ χώρας ἀποτάμνηται, βοαθιόν-
    των οἱ Λαππαῖοι τοῖς Γορτυνίοις καὶ κατὰ γᾶν καὶ κατὰ θάλαθθαν
    παντὶ σθένει ἐς τὸ δυνατόν·