λαϊκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λαϊκός η λαϊκή το λαϊκό
      γενική του λαϊκού της λαϊκής του λαϊκού
    αιτιατική τον λαϊκό τη λαϊκή το λαϊκό
     κλητική λαϊκέ λαϊκή λαϊκό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λαϊκοί οι λαϊκές τα λαϊκά
      γενική των λαϊκών των λαϊκών των λαϊκών
    αιτιατική τους λαϊκούς τις λαϊκές τα λαϊκά
     κλητική λαϊκοί λαϊκές λαϊκά
Λαϊκότροπος τύπος θηλυκού: λαϊκιά (μόνο για γυναίκες)
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαϊκός < ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική λαός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /la.iˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λα‐ϊ‐κός

Επίθετο[επεξεργασία]

λαϊκός, -ή, -ό

  1. που προέρχεται από το λαό ή ανήκει ή αναφέρεται σε αυτόν
    λαϊκή κυριαρχία (η κυριαρχία που ανήκει στο σύνολο του λαού)
    λαϊκός άνθρωπος (που προέρχεται από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα)
    δείτε και τη λέξη λαϊκότροπος
  2. (σε σχέση με την εκκλησία) που δεν ανήκει στον κλήρο

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λαϊκός οι λαϊκοί
      γενική του λαϊκού των λαϊκών
    αιτιατική τον λαϊκό τους λαϊκούς
     κλητική λαϊκέ λαϊκοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

λαϊκός αρσενικό

Πηγές[επεξεργασία]