λαϊκισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λαϊκισμός οι λαϊκισμοί
      γενική του λαϊκισμού των λαϊκισμών
    αιτιατική τον λαϊκισμό τους λαϊκισμούς
     κλητική λαϊκισμέ λαϊκισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαϊκισμός < λαϊκός + -ισμός < ελληνιστική κοινή λαϊκός < αρχαία ελληνική λαός < *lāwós < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *leh₂wos < *leh₂- (στρατιωτική ενέργεια) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική populism)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαϊκισμός αρσενικό

  1. (φιλοσοφία) (πολιτική) σύστημα ιδεών και πολιτικών πρακτικών που θεωρεί πως ο λαός είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης από μικρές προνομιούχες ομάδες (ελίτ) και προτείνει διεκδικητικούς αγώνες για την ανατροπή αυτής της κατάστασης και την επανάκτηση των λαϊκών δικαιωμάτων
  2. (μειωτικό) πολιτική ιδεολογία και πρακτική που επικαλείται τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων και χρησιμοποιεί την κολακεία του λαού, ώστε να τον παρασύρει σε επιλογές που φαίνονται να είναι υπέρ του, ενώ στην πραγματικότητα είναι εναντίον του

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]