λαϊκούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαϊκούρα < λαϊκός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαϊκούρα θηλυκό

  1. (ειρωνικά) πλήθος ανθρώπων με ύφος, έθιμα, συνήθειες, συμπεριφορά που δείχνουν αγραμματοσύνη ή χαμηλό επίπεδο παιδείας. Λέγεται συνήθως με συγκαταβατικότητα
  2. (ειρωνικά) λόγια, συμπεριφορά, ντύσιμο και οτιδήποτε άλλο χαρακτηρίζει τους ανθρώπους των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]