Μετάβαση στο περιεχόμενο

ντύσιμο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ντύσιμο τα ντυσίματα
      γενική του ντυσίματος των ντυσιμάτων
    αιτιατική το ντύσιμο τα ντυσίματα
     κλητική ντύσιμο ντυσίματα
Κατηγορία όπως «δέσιμο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ντύσιμο < αόριστο θέμα ντύσ- όπως στο ντύσαμε του ντύνω + -ιμο[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈdi.si.mo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ντύσιμο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ντύσιμο ουδέτερο

  1. ενδυμασία ή τρόπος ένδυσηςπαραβάλετε αμφίεση, περιβολή
    παράδειγμα  άνετο ντύσιμο
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: ένδυση
     αντώνυμα: γδύσιμο, ξεντύσιμο, τσιτσίδωμα
  2. (λαογραφία, ως τελετουργική διαδικασία) κάλυψη του σώματος με ρούχα
    παράδειγμα  το ντύσιμο της νύφης/του γαμπρού
    χρειάζεται παράθεμα
  3. επένδυση, κάλυμμα
    παράδειγμα  ντύσιμο αυτοκινήτων
    χρειάζεται παράθεμα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ντύσιμο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ντύσιμο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)