ντύσιμο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈdi.si.mo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ντύ‐σι‐μο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ντύσιμο ουδέτερο
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ντύνω
- ενδυμασία ή τρόπος ένδυσης → παραβάλετε αμφίεση, περιβολή
άνετο ντύσιμο- → χρειάζεται παράθεμα
- ≈ συνώνυμα: ένδυση
- ≠ αντώνυμα: γδύσιμο, ξεντύσιμο, τσιτσίδωμα
- (λαογραφία, ως τελετουργική διαδικασία) κάλυψη του σώματος με ρούχα
το ντύσιμο της νύφης/του γαμπρού- → χρειάζεται παράθεμα
- επένδυση, κάλυμμα
ντύσιμο αυτοκινήτων- → χρειάζεται παράθεμα
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ντύνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ντύσιμο
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ντύσιμο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ντύσιμο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δέσιμο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιμο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λαογραφία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)