weigh

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας weigh
γ΄ ενικό ενεστώτα weighs
αόριστος weighed
παθητική μετοχή weighed
ενεργητική μετοχή weighing

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

  1. ζυγίζω
  2. (μεταφορικά) αξιολογώ, ζυγίζω βάση σημαντικότητας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]