weight

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
weight weights

Ετυμολογία [επεξεργασία]

weight < αγγλοσαξονική wiht , gewiht < πρωτογερμανική wihtiz

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

weight (en)

  • (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το βάρος, πόσο βαρύς είναι κάποιος ή κάτι
    gross/net weight - μικτό/καθαρό βάρος
    excess weight - παραπανίσιο βάρος
    The maximum weight of the suitcase is ten kilos.
    Το μέγιστο βάρος της βαλίτσας είναι δέκα κιλά.

Συγγενικά[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]