Μετάβαση στο περιεχόμενο

συμπίπτω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συμπίπτω < αρχαία ελληνική συμπίπτω < συν + πίπτω

συμπίπτω

  1. όταν μια ενέργεια συμβαίνει ταυτόχρονα με κάποια άλλη. (Σπάνια χρησιμοποιείται στον πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα και είναι πιο συνηθισμένο στον τρίτο πρόσωπο)
    παράδειγμα  συνέπεσε να λείπουμε όταν τηλεφώνησε (έτυχε- απρόσωπο)
    παράδειγμα  δε συμπίπτουν οι ώρες μας (δε συμφωνούν)
      Στο «Παλαιό» λιμάνι, η θέση του οποίου συμπίπτει με του αρχαίου λιμένα, εντοπίστηκε αρχαίος κυματοθραύστης επί του οποίου σώζεται τμήμα μώλου βυζαντινών χρόνων
    Αρχαιολογικόν Δελτίον, τόμ. 67, μέρος 2, τεύχος 2, 2012, σελ. 853.
  2. όταν ταυτίζονται απόψεις
  3. όταν συναντιώνται πρόσωπα με κοινό στόχο π.χ. σε ένα ταμείο, πέφτουν, δηλαδή, ο ένας πάνω στον άλλον ή εκφράζουν κοινές απόψεις
    παράδειγμα  συμπέσαμε φίλε μου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]