εξαγωγή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξαγωγή εξαγωγές
γενική εξαγωγής εξαγωγών
αιτιατική εξαγωγή εξαγωγές
κλητική εξαγωγή εξαγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξαγωγή < αρχαία ελληνική ἐξαγωγή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξαγωγή θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο βγαίνει από τη θέση του, το βγάλσιμο, η αφαίρεση
    ο οδοντίατρος προχώρησε στην εξαγωγή του χαλασμένου δοντιού
  2. η ενέργεια με την οποία κάτι εξάγεται ως συμπέρασμα
    η εξαγωγή συμπερασμάτων
  3. (οικονομία) η πώληση εμπορευμάτων στο εξωτερικό
    η εταιρεία μας κάνει εξαγωγές αγροτικών προϊόντων στη Γερμανία
  4. το σύνολο των εμπορευμάτων που πωλούνται στο εξωτερικό
    το ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών
  5. (κατ' επέκταση) η ενέργεια με την οποία κάτι βγαίνει από τη χώρα κατευθυνόμενο προς το εξωτερικό
    εξαγωγή συναλλάγματος, εξαγωγή επιστημόνων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]