qualidade

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

qualidade < από το λατινικό qualĭtas, -ātis.
ενικός πληθυντικός
qualidade qualidades

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

qualidade (pt) θηλυκό

  1. η ιδιότητα
  2. η ποιότητα
  3. το ποιόν