base upon
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | base upon |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bases upon |
| αόριστος | based upon |
| παθητική μετοχή | based upon |
| ενεργητική μετοχή | basing upon |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]base upon (en)
- άλλη μορφή του base on