πικρόχολος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πικρόχολος < αρχαία ελληνική < πικρός + χολή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πικρόχολος, -η, -ο

  1. που βγάζει χολή, που στάζει φαρμάκι, που πάντα λέει αρνητικά σχόλια σε κάποιον με σκοπό να πικράνει, να πληγώσει
  2. που λέγεται με σκοπό να πικράνει, να πληγώσει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

«ὑπερβολῇ δ᾽ εἰσὶν οἱ ἀκρόχολοι ὀξεῖς καὶ πρὸς πᾶν ὀργίλοι καὶ ἐπὶ παντί· ὅθεν καὶ τοὔνομα. οἱ δὲ πικροὶ δυσδιάλυτοι καὶ πολὺν χρόνον ὀργίζονται· κατέχουσι γὰρ τὸν θυμόν.» Αριστοτέλης «Ηθικά Νικομάχεια» 1126a, 19-20

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]