πικρός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | πικρός | η | πικρή | το | πικρό |
| γενική | του | πικρού | της | πικρής | του | πικρού |
| αιτιατική | τον | πικρό | την | πικρή | το | πικρό |
| κλητική | πικρέ | πικρή | πικρό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | πικροί | οι | πικρές | τα | πικρά |
| γενική | των | πικρών | των | πικρών | των | πικρών |
| αιτιατική | τους | πικρούς | τις | πικρές | τα | πικρά |
| κλητική | πικροί | πικρές | πικρά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πικρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πικρός }
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /piˈkɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πι‐κρός
Επίθετο
[επεξεργασία]πικρός, -ή, -ό
- (κυριολεκτικά) που η γεύση του είναι δριμεία και (συχνά) δυσάρεστη
Μου άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα.
- (μεταφορικά) που προκαλεί ή εκφράζει στενοχώρια, λύπη κ.τ.ό.
- ※ Πιστά πλάσματα τετράποδα, απαλύνουν τις πικρές στιγμές μας, μεγεθύνουν τις μικρές ψυχές μας. Γέρνουν απάνω σου με εμπιστοσύνη επιστρέφοντάς σου μόνο ευγνωμοσύνη. Γεμίζουν το σπίτι μας με εντάσεις και σιωπές, ανταρσίες και υποταγές, καβγαδάκια κι αγκαλίτσες, γρατζουνιές και ζουζουνιές, ναζάκια και μαλαγανιές, αγριάδες κι ημερέματα νανουρίσματα και κανακέματα. («Οι Φαροφύλακες», «Φάρος του κόσμου», ανακτήθηκε στις 21/5/2026 )
Αναγκάστηκε να δεχτεί την πικρή αλήθεια.
- (μεταφορικά) που έχει μια δριμύτητα ή οξύτητα
Συγγενικά
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
πικρ-
πικρ-
- πικρο- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα πικρο- στο Βικιλεξικό όπως πικροκυματούσα, πικρόγλυκος, πικραμύγδαλο
και
- αλμυρόπικρος
- απικραμένος
- απίκραντος
- άπικρος
- απόπικρος
- αρμυρόπικρος
- γλυκόπικρα (επίρρημα)
- γλυκόπικρος
- γλυκύπικρος
- θεόπικρος
- καταπικραίνω
- κατάπικρος
- μυριοπικραίνω
- ολόπικρος
- ξεπίκραντος
- ξεπικρίζω
- ξινόπικρος
- παραπικραίνω
- πίκρα
- πικρά (επίρρημα)
- πικράδα
- πικραίνω, πικραίνομαι
- πικραλίδα
- πίκραμα
- πικραμένα (επίρρημα)
- πικραμένος & σύνθετα
- πικραντικός
- πίκρητα
- πικρία
- πικρίζω
- πικρικός
- πικρίλα
- πικρίνω
- πίκρισμα
- πικρό (ουδέτερο)
- πικρολιά
- πικρότητα, πικρότη
- πικρουλιάρης
- πικρουλιάρικος
- πικρουλός
- πικρούτσικος
- πικρωπός
- πολυπικραίνω
- πολύπικρος
- υπόπικρος
- Όροι με πικρ- — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πικρός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πικρός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]και
- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | πικρός | ἡ | πικρᾱ́ & πικρός |
τὸ | πικρόν |
| γενική | τοῦ | πικροῦ | τῆς | πικρᾶς & πικροῦ |
τοῦ | πικροῦ |
| δοτική | τῷ | πικρῷ | τῇ | πικρᾷ & πικρῷ |
τῷ | πικρῷ |
| αιτιατική | τὸν | πικρόν | τὴν | πικρᾱ́ν & πικρόν |
τὸ | πικρόν |
| κλητική ὦ! | πικρέ | πικρᾱ́ & πικρέ |
πικρόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | πικροί | αἱ | πικραί & πικροί |
τὰ | πικρᾰ́ |
| γενική | τῶν | πικρῶν | τῶν | πικρῶν & πικρῶν |
τῶν | πικρῶν |
| δοτική | τοῖς | πικροῖς | ταῖς | πικραῖς & πικροῖς |
τοῖς | πικροῖς |
| αιτιατική | τοὺς | πικρούς | τὰς | πικρᾱ́ς & πικρούς |
τὰ | πικρᾰ́ |
| κλητική ὦ! | πικροί | πικραί & πικροί |
πικρᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πικρώ | τὼ | πικρᾱ́ & πικρώ |
τὼ | πικρώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | πικροῖν | τοῖν | πικραῖν & πικροῖν |
τοῖν | πικροῖν |
| Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος. | ||||||
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μοχθηρός' όπως «μοχθηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πικρός < → λείπει η ετυμολογία πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peyḱ- (τέμνω, χαράσσω, στολίζω)[1]
Παράγωγα
[επεξεργασία]και
- (Χρειάζεται επεξεργασία)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- πικρός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πικρός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peyḱ-, τέμνω (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κεντρικά λήμματα (νέα ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peyḱ-, τέμνω (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Σελίδες που χρειάζονται επιμέλεια (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'μοχθηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μοχθηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *peyḱ-, τέμνω (αρχαία ελληνικά)
- Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)