πικρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πικρός η πικρή το πικρό
      γενική του πικρού της πικρής του πικρού
    αιτιατική τον πικρό την πικρή το πικρό
     κλητική πικρέ πικρή πικρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πικροί οι πικρές τα πικρά
      γενική των πικρών των πικρών των πικρών
    αιτιατική τους πικρούς τις πικρές τα πικρά
     κλητική πικροί πικρές πικρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πικρός < αρχαία ελληνική πικρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peyḱ-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piˈkɾos/

Επίθετο[επεξεργασία]

πικρός, -ή, -ό

  1. (κυριολεκτικά) που η γεύση του είναι δριμεία και (συχνά) δυσάρεστη
    Μου άφησε μια πικρή γεύση στο στόμα.
  2. (μεταφορικά) που προκαλεί ή εκφράζει στενοχώρια, λύπη κ.τ.ό.
    Αναγκάστηκε να δεχτεί την πικρή αλήθεια.
  3. (μεταφορικά) που έχει μια δριμύτητα ή οξύτητα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]