Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπόπικρος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υπόπικρος η υπόπικρη το υπόπικρο
      γενική του υπόπικρου της υπόπικρης του υπόπικρου
    αιτιατική τον υπόπικρο την υπόπικρη το υπόπικρο
     κλητική υπόπικρε υπόπικρη υπόπικρο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υπόπικροι οι υπόπικρες τα υπόπικρα
      γενική των υπόπικρων των υπόπικρων των υπόπικρων
    αιτιατική τους υπόπικρους τις υπόπικρες τα υπόπικρα
     κλητική υπόπικροι υπόπικρες υπόπικρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπόπικρος < υπό- + πικρός, (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπόπικρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

υπόπικρος, -η, -ο

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • υπόπικρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)