amarus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- amarus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *om-, συγγενές με το (αρχαία ελληνική) ὠμός
Επίθετο
[επεξεργασία]amarus (la), -a, -um
- (για γεύση) πικρός
- (για λόγο) σαρκαστικός
- (για ήχο) διαπεραστικός
- ξινός
- σκυθρωπός, δύσθυμος