σαρκαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σαρκαστικός σαρκαστική σαρκαστικό
γενική σαρκαστικού σαρκαστικής σαρκαστικού
αιτιατική σαρκαστικό σαρκαστική σαρκαστικό
κλητική σαρκαστικέ σαρκαστική σαρκαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαρκαστικοί σαρκαστικές σαρκαστικά
γενική σαρκαστικών σαρκαστικών σαρκαστικών
αιτιατική σαρκαστικούς σαρκαστικές σαρκαστικά
κλητική σαρκαστικοί σαρκαστικές σαρκαστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαρκαστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική sarcastique · σαρκασμός + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαρκαστικός -ή, -ό

  1. που σαρκάζει, που εκφράζεται με σαρκασμό


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]